διατελοῦν

διατελοῦν
διατελέω
bring quite to an end
pres part act masc voc sg (attic epic doric)
διατελέω
bring quite to an end
pres part act neut nom/voc/acc sg (attic epic doric)
διατελέω
bring quite to an end
fut part act masc voc sg (attic epic doric)
διατελέω
bring quite to an end
fut part act neut nom/voc/acc sg (attic epic doric)
διατελέω
bring quite to an end
pres part act masc voc sg (attic epic doric)
διατελέω
bring quite to an end
pres part act neut nom/voc/acc sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • στήριγμα — Ημιορεινός οικισμός (62 κάτ., υψόμ. 400 μ.), στην επαρχία Ξάνθης του ομώνυμου νομού. Υπάγεται διοικητικά στην κοινότητα Μύκης. * * * ίγματος, το, ΝΜΑ [στηρίζω] 1. καθετί πάνω στο οποίο στηρίζεται κάτι, μέσο στήριξης, έρεισμα (α. «στήριγμα τής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”